Αυτή η παρανόηση και πάλι βασίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι ότι ο υπνοθεραπευτής ελέγχει τη θέληση του ατόμου που βρίκεται σε κατάσταση ύπνωσης και ότι άπαξ και κάποιος “υποκύψει στη δύναμη” του υπνοθεραπευτή θα βρίσκεται για πάντα στο έλεός του. Aυτό αποτελεί μία τεράστια ανακρίβεια, δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε παραπάνω η διαδικασία ύπνωσης είναι μια αλληλεπίδραση μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεπραπευτή που βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία και απόκριση, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιο επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Αν ο πελάτης επιλέξει να μην μπει σε ύπνωση για οποιοδήποτε λόγο, τότε δεν θα μπει.
Ο κλινικός υπνοθεραπευτής προσφέρει εντελώς καλοπροαίρετες υποβολές τις οποίες ο πελάτης μπορεί να επιλέξει ελεύθερα είτε να αποδεχθεί είτε να απορρίψει. Στη βιοθυμική υπνοθεραπεία μάλιστα αποφεύγουμε τη χρήση υποβολών, ακόμα και καλοπροαίρετων. Ανταυτού δίνουμε προτροπές στο υποσυνείδητο ώστε ο πυρηνικός εαυτός να κάνει τις αλλαγές που χρειάζεται με τον πιο κατάλληλο τρόπο που αυτός ξέρει. Επιπλέον, για κάθε θεραπευτική αλλαγή – όπως για παράδειγμα η απελευθέρωση δυσάρεστων αναχρονιστικών συναισθημάτων – ζητάμε πάντοτε την άδεια του υποσυνείδητου και προχωράμε μόνο όταν ο εαυτός δηλώνει έτοιμος.
Αυτή η παρανόηση είναι ένας από τους πιο κοινούς λόγους που μπορεί να εγείρουν το φόβο των ανθρώπων σχετικά με την ύπνωση. Η διαδικασία της τυπικής (π.χ. δομημένης) υπνωτικής επαγωγής είναι μία διαδικασία απορρόφησης κατά την οποία η συγκέντρωση του ατόμου κατευθύνεται – σε μια ιδέα ίσως, ή μια φωνή, ή σε μια εσωτερική εμπειρία, αλλά πάντα σε κάτι. Υπάρχει μια επιβράδυνση των λειτουργιών του σώματος (π.χ. αναπνοή, καρδιακός ρυθμός) και τυπικά το σώμα του ατόμου χαλαρώνει. Τέτοιου είδους σωματικές αντιδράσεις είναι απόλυτα υγιείς και μειώνουν αποτελεσματικά το άγχος και την δυσφορία.
Ύπνωση συνεπάγεται αναγκαστικά την εστίαση της προσοχής, η οποία μπορεί να είναι είτε προς τα έσω ή προς τα έξω κατευθυνόμενη. Η υπνωτική εμπειρία ελέγχεται πλήρως από τον πελάτη, ο οποίος μπορεί να κινήσει ή να τερματίσει τη συνεδρία ύπνωσης κάθε φορά που αυτός ή αυτή επιλέγει. Είναι κυριολεκτικά αδύνατο να “κολλήσει” κάποιος σε μια κατάσταση συγκέντρωσης. Ως παράλληλο παράδειγμα της απορρόφησης, μπορείτε να φανταστείτε κάποιον να “κολλάει” διαβάζοντας ένα βιβλίο;
Η ύπνωση δεν είναι ύπνος! Από τον ουδέτερο παρατηρητή, κάποιος που είναι σε ύπνωση μπορεί φυσικά μοιάζει σα να κοιμάται, επιδεικνύοντας ελάχιστη δραστηριότητα, μυϊκή χαλάρωση, επιβραδυμένη αναπνοή, κτλ. Ωστόσο, από διανοητική άποψη, αντικειμενικά μετρήσιμη σε πολλούς τρόπους, ο πελάτης είναι χαλαρός, σε πλήρη συνείδηση και εγρήγορση. Εξάλλου, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος χαλαρωμένος για να μπει σε κατάσταση ύπνωσης. Ακόμη και σε κατάσταση βαθιάς ύπνωσης υπάρχει πάντα μία πλευρά του εαυτού που είναι πάντα σε εγρήγορση σχετικά με το τι συμβαίνει την κάθε στιγμή, έτοιμη να παρέμβει και να επαναφέρει το άτομο σε πλήρη εγρήγορση αν νιώσει οποιαδήποτε μορφή απειλής.